Υπερχοληστερολαιμία στα παιδιά

Από την πρώτη κιόλας δεκαετία της ζωής ενός παιδιού μπορούν να παρατηρηθούν αθηρωματικές αλλοιώσεις στα αγγεία. Τέτοιες πρώιμες αγγειακές βλάβες αποτελούν γόνιμο έδαφος για μετέπειτα καρδιαγγειακές παθήσεις, έμφραγμα του μυοκαρδίου καθώς και πρόωρη θνησιμότητα. 

Μια από τις κύριες αιτίες είναι η υπερχοληστερολαιμία και η υπερλιπιδαιμία. Ακόμα και τα παιδιά (ιδιαίτερα εκείνα με οικογενειακό ιστορικό) μπορούν να αναπτύξουν αρτηριοσκληρωτικές αγγειακές αλλαγές, ιδιαίτερα εκείνα στα οποία παρατηρείται σταθερά ανεβασμένη τιμή της LDL-χοληστερόλης με ταυτόχρονα μειωμένη τιμή της HDL-χοληστερόλης. 

Στις ομάδες υψηλού ρίσκου ανήκουν παιδιά με γενετική προδιάθεση, με μεταβολικά νοσήματα, όπως και τα παχύσαρκα παιδιά. 

Στην παιδική ωστόσο ηλικία, η διάγνωση της υπερχοληστερολαιμίας καθίσταται σπάνια, κυρίως λόγω έλλειψης ελέγχου ρουτίνας των λιπιδίων. Η αμερικανική εταιρία παιδιατρικής (American Academy of Pediatrics) συστήνει τον έλεγχο (screening) των λιπιδiων του αίματος από την ηλικία των 2 ετών.

 

Η έγκαιρη διάγνωση της παιδικής υπερχοληστερολαιμίας είναι πρωτεύουσας σημασίας 

Τα παιδιά υψηλού ρίσκου με οικογενειακό ιστορικό υπερχοληστερολαιμίας, είναι κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους ασυμπτωματικά. Τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης (LDL) καθώς και η αυξημένη τιμή της Λιποπρωτείνης-α, η οποία προάγει την τάση για θρομβώσεις, μπορούν να ανακαλυφθούν μόνο μέσω των κατάλληλων εξετάσεων αίματος. 

Όσο περισσότερο παραμένει αδιάγνωστη μια υπερχοληστερολαιμία, τόσο πιθανότερο είναι να εμφανιστούν οι χαρακτηριστικές εναποθέσεις χοληστερόλης στο δέρμα, όπως π.χ. τα ξανθώματα ή οι καφεοειδείς κηλίδες στις μεγάλες αρθρώσεις. 

Σε αυτή την περίπτωση, εκτός από τις αυξημένες τιμές των λιπιδίων του αίματος, μπορεί να υφίσταται και θετικό οικογενειακό ιστορικό (π.χ. παππούς ή πατέρας με ιστορικό εμφράγματος ή εγκεφαλικού σε ηλικία <55 ετών). Σε τέτοια περιστατικά είναι απαραίτητη η μοριακή γενετική εξέταση για τον αποκλεισμό της κληρονομικότητας. 

 

Πώς γίνεται η διάγνωση της υπερχοληστερολαιμίας στα παιδιά;

 

Σύμφωνα με την τρέχουσα οδηγία της γερμανικής παιδιατρικής εταιρίας, η διάγνωση της παιδικής υπερχοληστερολαιμίας επιβεβαιώνεται με τις ακόλουθες τιμές λιπιδίων στην εξέταση αίματος:

 

  • ολική χοληστερόλη: ≥ 170 (-200) mg/dl

  • LDL-χοληστερόλη: ≥ 100 mg/dl

  • Τριγλυκερίδια : ≥ 60-70 mg/dl

  • Λιποπρωτείνη-α (LPa): 30 mg/dl

 

Δεδομένου ότι η ολική χοληστερόλη στο αίμα παραμένει σχετικά σταθερή κατά τη διάρκεια της ημέρας, δεν είναι απαραίτητη η αιμοληψία “νηστείας” στα πλαίσια μιας προληπτικής εξέτασης. Σε περίπτωση όμως που παρουσιαστούν αυξημένες τιμές χοληστερόλης στο αίμα, τότε αυτές θα πρέπει να επιβεβαιωθούν με μια δεύτερη κατά προτίμηση πρωινή μέτρηση με άδειο στομάχι. 

Να σημειωθεί ότι μια υπερχοληστερολαιμία στα παιδιά, χρειάζεται θεραπεία μόνο όταν προκύψουν αυξημένες τιμές λιπιδίων σε 2 συνεχόμενες εξετάσεις αίματος με μεσοδιάστημα 4 εβδομάδων. Εκτός από την οικογενή προδιάθεση σημαντικό ρόλο στην παιδική υπερχοληστερολαιμία παίζει και η παράλληλη αγωγή με φάρμακα που αυξάνουν τις τιμές των λιπιδίων του αίματος (κορτικοστεροειδή, αντισυλληπτικά, β-αποκλειστές). 

 

Θεραπεία της παιδικής υπερχοληστερολαιμίας 

 

Η θεραπεία της υπερχοληστερολαιμίας στα παιδιά θα πρέπει να ξεκινά χωρίς φαρμακευτική αγωγή. Πολλές μελέτες έδειξαν τη σημαντική επίδραση της αλλαγής των διατροφικών συνηθειών παράλληλα με την αύξηση της σωματικής άσκησης για τον έλεγχο της υπερλιπιδαιμίας σε αυτές τις ηλικίες. 

Ένα σωστό σχήμα αντιμετώπισης του υπερλιπιδαιμίας θα πρέπει να περιλαμβάνει:

 

  • επαρκή πληροφόρηση 

  • διαιτητικό πρωτόκολλο και συμβουλές διατροφής 

  • έλεγχο των λιπιδίων του αίματος κάθε 3-6 μήνες 

  • περισσότερη σωματική άσκηση (με αυτόν τον τρόπο δεν μειώνονται μόνο οι τιμές των τριγλυκεριδίων αλλά αυξάνεται και η τιμή της HDL-χοληστερόλης)

  • ελαχιστοποίηση άλλων παραγόντων κινδύνου(π.χ. διακοπή του καπνίσματος και των αντισυλληπτικών στους εφήβους)

  • φαρμακευτική θεραπεία σε αποτυχία των παραπάνω μέτρων 

 

Η φαρμακευτική θεραπεία θα πρέπει κατα προτίμηση να μην ξεκινά πριν από το 10ο έτος ζωής και στα κορίτσια, μόνο μετά την έναρξη της εμμήνου ρύσεως.

Dr. med. Δημήτριος Κωνσταντέλος

© 2020  Δημήτριος Κωνσταντέλος. www.paidiatros-konstantelos.com